πεθαίνω
•
- φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής Βικιλεξικό
- Κώστας Ουράνης 1890-1953, Θα πεθάνω ένα πένθιμο... [ποίημα, οι πρώτοι στίχοι]
- σταματάει η ύπαρξή μου Βικιλεξικό
- Δεν ξέρουμε πόσες ανθρώπινες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο.
- θέλω κάτι ή κάποιον πάρα πολύ, έχω έντονη επιθυμία Βικιλεξικό
- Η κοπέλα πεθαίνει για σένα, φαίνεται στα μάτια της πως σ' αγαπάει.
- Πεθαίνω για ένα παγωτό, αλλά κάνω δίαιτα...
- νιώθω μία δυσάρεστη αίσθηση που δύσκολα την αντέχω Βικιλεξικό
- Με πέθανε απ' τον πόνο το δόντι μου.
Ετυμολογία
πεθαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πεθαίνω < ἀπεθαίνω < αρχαία ελληνική ἀποθνῄσκω → και δείτε περισσότερα στο μεσαιωνικό πεθαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεθαίνω | πεθαίνεις | πεθαίνει | πεθαίνουμε | πεθαίνετε | πεθαίνουν / πεθαίνουνε |
| Παρατατικός | πέθαινα | πέθαινες | πέθαινε | πεθαίναμε | πεθαίνατε | πέθαιναν / πεθαίναν / πεθαίνανε |
| Αόριστος | πέθανα | πέθανες | πέθανε | πεθάναμε | πεθάνατε | πέθαναν / πεθάναν / πεθάνανε |
| Μέλλοντας | θα πεθάνω / θα πεθαίνω | θα πεθάνεις / θα πεθαίνεις | θα πεθάνει / θα πεθαίνει | θα πεθάνουμε / θα πεθαίνουμε | θα πεθάνετε / θα πεθαίνετε | θα πεθάνουν / θα πεθάνουνε / θα πεθαίνουν / θα πεθαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεθάνει | έχεις πεθάνει | έχει πεθάνει | έχουμε πεθάνει | έχετε πεθάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεθάνει | είχες πεθάνει | είχε πεθάνει | είχαμε πεθάνει | είχατε πεθάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω πεθάνει / να πεθάνω / να πεθαίνω | να έχεις πεθάνει / να πεθάνεις / να πεθαίνεις | να έχει πεθάνει / να πεθάνει / να πεθαίνει | να έχουμε πεθάνει / να πεθάνουμε / να πεθαίνουμε | να έχετε πεθάνει / να πεθάνετε / να πεθαίνετε | να πεθάνουν / να πεθάνουνε / να πεθαίνουν / να πεθαίνουνε |
| Προστακτική | — | πέθαινε / πέθανε | — | — | πεθάνετε / πεθαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →