Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πειθαρχικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πειθαρχημένος, υπάκουος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειθαρχικός < αρχαία ελληνική πειθαρχικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπειθαρχική / πειθαρχικός / πειθαρχικόπειθαρχικές / πειθαρχικοί / πειθαρχικά
Γενικήπειθαρχικής / πειθαρχικού / πειθαρχικούπειθαρχικών / πειθαρχικών / πειθαρχικών
Αιτιατικήπειθαρχική / πειθαρχικό / πειθαρχικόπειθαρχικές / πειθαρχικούς / πειθαρχικά
Κλητικήπειθαρχική / πειθαρχικέ / πειθαρχικόπειθαρχικές / πειθαρχικοί / πειθαρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πειθαρχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πειθαρχία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
    • Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
  2. ουσιαστικοποιημένοπειθαρχικό: συμβούλιο, όργανο ή σώμα, που τα μέλη του επιβάλλουν ποινές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πειθαρχικός < αρχαία ελληνική πειθαρχικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπειθαρχικόςπειθαρχικήπειθαρχικό
Γενικήπειθαρχικούπειθαρχικήςπειθαρχικού
Αιτιατικήπειθαρχικόπειθαρχικήπειθαρχικό
Κλητικήπειθαρχικέπειθαρχικήπειθαρχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπειθαρχικοίπειθαρχικέςπειθαρχικά
Γενικήπειθαρχικώνπειθαρχικώνπειθαρχικών
Αιτιατικήπειθαρχικούςπειθαρχικέςπειθαρχικά
Κλητικήπειθαρχικοίπειθαρχικέςπειθαρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →