Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απείθαρχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συνήθως απειθαρχεί, δεν υπακούει σε κανόνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απείθαρχος < απειθαρχώ < α- στερητικό + πειθαρχώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπείθαρχοςαπείθαρχηαπείθαρχο
Γενικήαπείθαρχουαπείθαρχηςαπείθαρχου
Αιτιατικήαπείθαρχοαπείθαρχηαπείθαρχο
Κλητικήαπείθαρχεαπείθαρχηαπείθαρχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπείθαρχοιαπείθαρχεςαπείθαρχα
Γενικήαπείθαρχωναπείθαρχωναπείθαρχων
Αιτιατικήαπείθαρχουςαπείθαρχεςαπείθαρχα
Κλητικήαπείθαρχοιαπείθαρχεςαπείθαρχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →