πεπραγμένος
•
- αυτός που έχει ολοκληρωθεί, κάτι που αποτελεί τελειωμένη πράξη, το σύνολο πράξεων που ολοκληρώθηκαν από ένα επίσημο όργανο μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
- Ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επέδωσε στη Βουλή την Έκθεση Πεπραγμένων της Αρχής για το περασμένο έτος
- τα πεπραγμένα της Βουλής τηρούνται σχολαστικά (τα πρακτικά)
Ετυμολογία
πεπραγμένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου πράττω
Άλλοι τύποι
πεπραγμέναπεπραγμένεπεπραγμένεςπεπραγμένηπεπραγμένηςπεπραγμένοπεπραγμένοιπεπραγμένοςπεπραγμένος ,ηπεπραγμένουπεπραγμένουςπεπραγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →