Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεπραγμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει ολοκληρωθεί, κάτι που αποτελεί τελειωμένη πράξη, το σύνολο πράξεων που ολοκληρώθηκαν από ένα επίσημο όργανο μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
    • Ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων επέδωσε στη Βουλή την Έκθεση Πεπραγμένων της Αρχής για το περασμένο έτος
    • τα πεπραγμένα της Βουλής τηρούνται σχολαστικά (τα πρακτικά)

Ετυμολογία

πεπραγμένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου πράττω

Άλλοι τύποι

πεπραγμέναπεπραγμένεπεπραγμένεςπεπραγμένηπεπραγμένηςπεπραγμένοπεπραγμένοιπεπραγμένοςπεπραγμένος ,ηπεπραγμένουπεπραγμένουςπεπραγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →