περίβλημα
•
- οτιδήποτε περιβάλλει κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτό που γίνεται αντιληπτό επιφανειακά και όχι η ουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίβλημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίβλημα (φόρεμα, ελληνιστική σημασία: μεμβράνη). Και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική enveloppe, revêtement Συγχρονικά αναλύεται σε περί- + βλημ- (βλήμα) από το βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίβλημα | περιβλήματα |
| Γενική | περιβλήματος | περιβλημάτων |
| Αιτιατική | περίβλημα | περιβλήματα |
| Κλητική | περίβλημα | περιβλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →