Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβάλλω

/pe.ɾiˈva.lo/ρήμα
•
  1. βρίσκομαι ή είμαι τοποθετημένος γύρω από κάτι, το περικλείω Βικιλεξικό
    • Ο φράχτης περιβάλλει τον κήπο.
    • Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
    • ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    • κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    • παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
  2. καλύπτω ή βρίσκομαι γύρω από κάτι/κάποιον για την προστασία του Βικιλεξικό
    • Ο καθηγητής πάντα μας περιέβαλλε με την αγάπη του.

Ετυμολογία

περιβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε < περι- + βάλλω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριβάλλωπεριβάλλειςπεριβάλλειπεριβάλλουμεπεριβάλλετεπεριβάλλουν / περιβάλλουνε
Παρατατικόςπεριέβαλλαπεριέβαλλεςπεριέβαλλεπεριβάλλαμεπεριβάλλατεπεριέβαλλαν / περιβάλλαν / περιβάλλανε
Αόριστοςπεριέβαλαπεριέβαλεςπεριέβαλεπεριβάλαμεπεριβάλατεπεριέβαλαν / περιβάλαν / περιβάλανε
Μέλλονταςθα περιβάλλω / θα περιβάλωθα περιβάλεις / θα περιβάλλειςθα περιβάλει / θα περιβάλλειθα περιβάλλουμε / θα περιβάλουμεθα περιβάλετε / θα περιβάλλετεθα περιβάλλουν / θα περιβάλλουνε / θα περιβάλουν / θα περιβάλουνε
Παρακείμενοςέχω περιβάλειέχεις περιβάλει————
Υπερσυντέλικοςείχα περιβάλειείχες περιβάλει————
Υποτακτικήνα έχω περιβάλει / να περιβάλλω / να περιβάλωνα έχεις περιβάλει / να περιβάλεις / να περιβάλλειςνα περιβάλει / να περιβάλλεινα περιβάλλουμε / να περιβάλουμενα περιβάλετε / να περιβάλλετενα περιβάλλουν / να περιβάλλουνε / να περιβάλουν / να περιβάλουνε
Προστακτική—έχε περιβεβλημένο / περίβαλε / περίβαλλε——περιβάλλετε / περιβάλτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

περιβλήθηκαπεριβάλλομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →