περιβάλλω
•
- βρίσκομαι ή είμαι τοποθετημένος γύρω από κάτι, το περικλείω Βικιλεξικό
- Ο φράχτης περιβάλλει τον κήπο.
- Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμα ἡ κεφαλὴ φορέσῃ,
- ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
- κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
- παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
- καλύπτω ή βρίσκομαι γύρω από κάτι/κάποιον για την προστασία του Βικιλεξικό
- Ο καθηγητής πάντα μας περιέβαλλε με την αγάπη του.
Ετυμολογία
περιβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιβάλλω. Συγχρονικά αναλύεται σε < περι- + βάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιβάλλω | περιβάλλεις | περιβάλλει | περιβάλλουμε | περιβάλλετε | περιβάλλουν / περιβάλλουνε |
| Παρατατικός | περιέβαλλα | περιέβαλλες | περιέβαλλε | περιβάλλαμε | περιβάλλατε | περιέβαλλαν / περιβάλλαν / περιβάλλανε |
| Αόριστος | περιέβαλα | περιέβαλες | περιέβαλε | περιβάλαμε | περιβάλατε | περιέβαλαν / περιβάλαν / περιβάλανε |
| Μέλλοντας | θα περιβάλλω / θα περιβάλω | θα περιβάλεις / θα περιβάλλεις | θα περιβάλει / θα περιβάλλει | θα περιβάλλουμε / θα περιβάλουμε | θα περιβάλετε / θα περιβάλλετε | θα περιβάλλουν / θα περιβάλλουνε / θα περιβάλουν / θα περιβάλουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιβάλει | έχεις περιβάλει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιβάλει | είχες περιβάλει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιβάλει / να περιβάλλω / να περιβάλω | να έχεις περιβάλει / να περιβάλεις / να περιβάλλεις | να περιβάλει / να περιβάλλει | να περιβάλλουμε / να περιβάλουμε | να περιβάλετε / να περιβάλλετε | να περιβάλλουν / να περιβάλλουνε / να περιβάλουν / να περιβάλουνε |
| Προστακτική | — | έχε περιβεβλημένο / περίβαλε / περίβαλλε | — | — | περιβάλλετε / περιβάλτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περιβλήθηκαπεριβάλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →