περίδρομος
•
- πόνος στην κοιλιά Βικιλεξικό
- κωλικόπονος Βικιλεξικό
- φλεγμονή άκρης δακτύλου, παρωνυχία Βικιλεξικό
- λαϊκότροπουπερβολική ποσότητα φαγητού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίδρομος < αρχαία ελληνική περίδρομος < περί + δρόμος (το σχοινί που είναι δεμένο ολόγυρα στην άκρη του διχτυού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίδρομος | περίδρομοι |
| Γενική | περίδρομου | περίδρομων |
| Αιτιατική | περίδρομο | περίδρομους |
| Κλητική | περίδρομε | περίδρομοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →