Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίκλειστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κλειστός από όλες τις πλευρές, από κάθε κατεύθυνση Βικιλεξικό
    • Χαρακτηρι­στική είναι η περίπτωση του βουλευτού Τ. Κλαύδιου Λύκου, ο οποίος πέθανε το 147/148 μ.Χ., και σύμφωνα με την επιγραφή της σαρκοφάγου του, η οποία βρέθηκε μετακινημένη, έχτισε μέσα σε δική του γη ένα «κηποτάφιο», δηλαδή έναν περίκλειστο κήπο με δένδρα και λουλούδια, όπου τοποθέτησε σαρκοφάγους, προφανώς της οικογένειάς του και αν­δριάντες. (*)
    • Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
    • Το Καζακστάν, μια χώρα χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα, είναι η μεγαλύτερη περίκλειστη χώρα στον κόσμο.

Ετυμολογία

περίκλειστος < περικλείω + -τος < αρχαία ελληνική περικλείω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίκλειστοςπερίκλειστηπερίκλειστο
Γενικήπερίκλειστουπερίκλειστηςπερίκλειστου
Αιτιατικήπερίκλειστοπερίκλειστηπερίκλειστο
Κλητικήπερίκλειστεπερίκλειστηπερίκλειστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίκλειστοιπερίκλειστεςπερίκλειστα
Γενικήπερίκλειστωνπερίκλειστωνπερίκλειστων
Αιτιατικήπερίκλειστουςπερίκλειστεςπερίκλειστα
Κλητικήπερίκλειστοιπερίκλειστεςπερίκλειστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →