περικλείω
•
- κλείνω γύρω γύρω Βικιλεξικό
- Το οικόπεδο περικλείεται απο τις οδούς...
- άλλες μορφές: περικλείνω περικλειώ
- περιλαμβάνω Βικιλεξικό
- Η εργασία αυτή περικλείει όλες τις ιδέες του συγγραφέα. Είναι η επιτομή των θεωριών του.
Ετυμολογία
περικλείω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περικλείω < περι- (γύρω) + κλείω (κλείνω)
Άλλοι τύποι
περιέκλεισαπερικλείομαιπερικλείστηκαπερικλεισμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →