Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιβλεφτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με περίβλεπτο / περίβλεφτο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιβλεφτικός < περίβλεφτος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβλεφτικόςπεριβλεφτικήπεριβλεφτικό
Γενικήπεριβλεφτικούπεριβλεφτικήςπεριβλεφτικού
Αιτιατικήπεριβλεφτικόπεριβλεφτικήπεριβλεφτικό
Κλητικήπεριβλεφτικέπεριβλεφτικήπεριβλεφτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριβλεφτικοίπεριβλεφτικέςπεριβλεφτικά
Γενικήπεριβλεφτικώνπεριβλεφτικώνπεριβλεφτικών
Αιτιατικήπεριβλεφτικούςπεριβλεφτικέςπεριβλεφτικά
Κλητικήπεριβλεφτικοίπεριβλεφτικέςπεριβλεφτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →