περιβλεφτικός
•
- που έχει σχέση με περίβλεπτο / περίβλεφτο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιβλεφτικός < περίβλεφτος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβλεφτικός | περιβλεφτική | περιβλεφτικό |
| Γενική | περιβλεφτικού | περιβλεφτικής | περιβλεφτικού |
| Αιτιατική | περιβλεφτικό | περιβλεφτική | περιβλεφτικό |
| Κλητική | περιβλεφτικέ | περιβλεφτική | περιβλεφτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιβλεφτικοί | περιβλεφτικές | περιβλεφτικά |
| Γενική | περιβλεφτικών | περιβλεφτικών | περιβλεφτικών |
| Αιτιατική | περιβλεφτικούς | περιβλεφτικές | περιβλεφτικά |
| Κλητική | περιβλεφτικοί | περιβλεφτικές | περιβλεφτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →