περιδένω
•
- δένω γύρω γύρω, εφαρμόζω περίδεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιδένω < αρχαία ελληνική περιδέω < περί + δέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιδένω | περιδένεις | περιδένει | περιδένουμε | περιδένετε | περιδένουν / περιδένουνε |
| Παρατατικός | περιέδενα | περιέδενες | περιέδενε | περιδέναμε | περιδένατε | περιέδεναν / περιδέναν / περιδένανε |
| Αόριστος | περιέδεσα | περιέδεσες | περιέδεσε | περιδέσαμε | περιδέσατε | περιέδεσαν / περιδέσαν / περιδέσανε |
| Μέλλοντας | θα περιδένω / θα περιδέσω | θα περιδένεις / θα περιδέσεις | θα περιδένει / θα περιδέσει | θα περιδένουμε / θα περιδέσουμε | θα περιδένετε / θα περιδέσετε | θα περιδένουν / θα περιδένουνε / θα περιδέσουν / θα περιδέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιδέσει | έχεις περιδέσει | έχει περιδέσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιδέσει | είχες περιδέσει | είχε περιδέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιδέσει / να περιδένω / να περιδέσω | να έχεις περιδέσει / να περιδένεις / να περιδέσεις | να έχει περιδέσει / να περιδένει / να περιδέσει | να περιδένουμε / να περιδέσουμε | να περιδένετε / να περιδέσετε | να περιδένουν / να περιδένουνε / να περιδέσουν / να περιδέσουνε |
| Προστακτική | — | έχε περιδεδεμένο / περιδενε / περιδεσε | — | — | περιδένετε / περιδέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →