περιμαζεύω
•
- συγκεντρώνω μαζί σ’ ένα μέρος πράγματα που έχουν διασκορπιστεί Βικιλεξικό
- βοηθώ ή περιθάλπω κάποιον απροστάτευτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιμαζεύω < μεσαιωνική ελληνική περιμαζεύω < μαζεύω < ελληνιστική κοινή ὁμαδεύω < αρχαία ελληνική ὅμαδος (πλήθος, πληθώρα, φωνασκία) / ὁμάς
Άλλοι τύποι
περιμαζεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →