Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιμαζεύω

ρήμα
•
  1. συγκεντρώνω μαζί σ’ ένα μέρος πράγματα που έχουν διασκορπιστεί Βικιλεξικό
  2. βοηθώ ή περιθάλπω κάποιον απροστάτευτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιμαζεύω < μεσαιωνική ελληνική περιμαζεύω < μαζεύω < ελληνιστική κοινή ὁμαδεύω < αρχαία ελληνική ὅμαδος (πλήθος, πληθώρα, φωνασκία) / ὁμάς

Άλλοι τύποι

περιμαζεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →