μαζεύω
•
- συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- Η συγκέντρωση μάζεψε κόσμο στην πλατεία
- Θα μαζευτούμε στου Κώστα
- Δεν πας στην πλατεία να μαζέψεις καμιά φορά τα παιδιά στο σπίτι;
- ομαδοποιώ έμψυχα και άψυχα, μονάδες που είναι σκόρπιες τις συλλέγω, τις τακτοποιώ ή τις αποθηκεύω Βικιλεξικό
- μάζεψα τα μαλλιά μου
- μαζεύουμε ραδίκια, ελιές, μαζεύει' τ' αρνιά στο μαντρί
- μαζεύω γραμματόσημα
- μαζεύω χρήματα για τις διακοπές
- παίρνω κάτι από κάπου που δεν είναι η θέση του Βικιλεξικό
- Μάζεψε τις κάλτσες σου από την κουζίνα!
- Εσκυψα και μάζεψα τα πεσμένα χαρτιά ενώ τα είχε ρίξει άλλος.
- ζητώ από κάποιον να δείξει συστολή, να περιοριστεί, ανακαλώ στην τάξη Βικιλεξικό
- μαζέψου λίγο!, μάζευ' τη γλώσσα σου!
- Μάζεψε τα πόδια μου για να περάσει ο ηλικιωμένος.
- Μάζεψε τα κουλά σου και μην τα ξαναπλώσεις στο παιδί!
- Δεν θα μαζευτείς σπίτι καμιά φορά;
- Τη φλέρταρε, αλλά μαζεύτηκε όταν έμαθε ότι ενδιαφερόταν για εκείνην ο καλύτερος φίλος του.
- Θα σου τον μαζέψω εγώ. Θα δει αυτός!
- μικραίνω, κονταίνω, συρρικνώνω, συστέλλω Βικιλεξικό
- ο ράφτης μάζεψε το παντελόνι
- Το πουλόβερ μάζεψε στην πλύση και δε μου χωράει πια.
- αργκόκερδίζω στο καζίνο, στα χαρτιά Βικιλεξικό
- τους τα μάζεψα, μάζεψα όλο το χαρτί (το χρήμα δηλαδή)
- μαζεύομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαζεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαζεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαζεύω | μαζεύεις | μαζεύει | μαζεύουμε | μαζεύετε | μαζεύουν / μαζεύουνε |
| Παρατατικός | μάζευα | μάζευες | μάζευε | μαζεύαμε | μαζεύατε | μάζευαν / μαζεύαν / μαζεύανε |
| Αόριστος | μάζεψα | μάζεψες | μάζεψε | μαζέψαμε | μαζέψατε | μάζεψαν / μαζέψαν / μαζέψανε |
| Μέλλοντας | θα μαζέψω / θα μαζεύω | θα μαζέψεις / θα μαζεύεις | θα μαζέψει / θα μαζεύει | θα μαζέψουμε / θα μαζεύουμε | θα μαζέψετε / θα μαζεύετε | θα μαζέψουν / θα μαζέψουνε / θα μαζεύουν / θα μαζεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαζέψει | έχεις μαζέψει | έχει μαζέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαζέψει | είχες μαζέψει | είχε μαζέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαζέψει / να μαζέψω / να μαζεύω | να έχεις μαζέψει / να μαζέψεις / να μαζεύεις | να έχει μαζέψει / να μαζέψει / να μαζεύει | να μαζέψουμε / να μαζεύουμε | να μαζέψετε / να μαζεύετε | να μαζέψουν / να μαζέψουνε / να μαζεύουν / να μαζεύουνε |
| Προστακτική | — | μάζευε / μάζεψε, μάζευ' | — | — | μαζέψτε, μαζεύτε / μαζεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαζεύτηκαμαζεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →