περιμαντρώνω
•
- κυριολεκτικάμαντρώνω τριγύρω, κλείνω κάποιον χώρο φτιάχνοντας μάντρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιμαντρώνω < περι- + μαντρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιμαντρώνω | περιμαντρώνεις | περιμαντρώνει | περιμαντρώνουμε | περιμαντρώνετε | περιμαντρώνουν / περιμαντρώνουνε |
| Παρατατικός | περιμάντρωνα | περιμάντρωνες | περιμάντρωνε | περιμαντρώναμε | περιμαντρώνατε | περιμάντρωναν / περιμαντρώναν / περιμαντρώνανε |
| Αόριστος | περιμάντρωσα | περιμάντρωσες | περιμάντρωσε | περιμαντρώσαμε | περιμαντρώσατε | περιμάντρωσαν / περιμαντρώσαν / περιμαντρώσανε |
| Μέλλοντας | θα περιμαντρώνω / θα περιμαντρώσω | θα περιμαντρώνεις / θα περιμαντρώσεις | θα περιμαντρώνει / θα περιμαντρώσει | θα περιμαντρώνουμε / θα περιμαντρώσουμε | θα περιμαντρώνετε / θα περιμαντρώσετε | θα περιμαντρώνουν / θα περιμαντρώνουνε / θα περιμαντρώσουν / θα περιμαντρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιμαντρώσει | έχεις περιμαντρώσει | έχει περιμαντρώσει | έχουμε περιμαντρώσει | έχετε περιμαντρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιμαντρώσει | είχες περιμαντρώσει | είχε περιμαντρώσει | είχαμε περιμαντρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιμαντρώσει / να περιμαντρώνω / να περιμαντρώσω | να έχεις περιμαντρώσει / να περιμαντρώνεις / να περιμαντρώσεις | να έχει περιμαντρώσει / να περιμαντρώνει / να περιμαντρώσει | να έχουμε περιμαντρώσει / να περιμαντρώνουμε / να περιμαντρώσουμε | να έχετε περιμαντρώσει / να περιμαντρώνετε / να περιμαντρώσετε | να περιμαντρώνουν / να περιμαντρώνουνε / να περιμαντρώσουν / να περιμαντρώσουνε |
| Προστακτική | — | περιμάντρωνε / περιμάντρωσε | — | — | περιμαντρώνετε / περιμαντρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →