Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιοριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στον περιορισμό, που περιορίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιοριστικός < ελληνιστική κοινή περιοριστικός < περιορίζω < περί + αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὅρος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limitatif )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριοριστικόςπεριοριστικήπεριοριστικό
Γενικήπεριοριστικούπεριοριστικήςπεριοριστικού
Αιτιατικήπεριοριστικόπεριοριστικήπεριοριστικό
Κλητικήπεριοριστικέπεριοριστικήπεριοριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριοριστικοίπεριοριστικέςπεριοριστικά
Γενικήπεριοριστικώνπεριοριστικώνπεριοριστικών
Αιτιατικήπεριοριστικούςπεριοριστικέςπεριοριστικά
Κλητικήπεριοριστικοίπεριοριστικέςπεριοριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →