περισκοπικός
•
- που έχει σχέση με το περισκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την περισκόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περισκοπικός < περισκόπιο / περισκόπηση + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισκοπικός | περισκοπική | περισκοπικό |
| Γενική | περισκοπικού | περισκοπικής | περισκοπικού |
| Αιτιατική | περισκοπικό | περισκοπική | περισκοπικό |
| Κλητική | περισκοπικέ | περισκοπική | περισκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισκοπικοί | περισκοπικές | περισκοπικά |
| Γενική | περισκοπικών | περισκοπικών | περισκοπικών |
| Αιτιατική | περισκοπικούς | περισκοπικές | περισκοπικά |
| Κλητική | περισκοπικοί | περισκοπικές | περισκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →