Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περισκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το περισκόπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την περισκόπηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περισκοπικός < περισκόπιο / περισκόπηση + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερισκοπικόςπερισκοπικήπερισκοπικό
Γενικήπερισκοπικούπερισκοπικήςπερισκοπικού
Αιτιατικήπερισκοπικόπερισκοπικήπερισκοπικό
Κλητικήπερισκοπικέπερισκοπικήπερισκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερισκοπικοίπερισκοπικέςπερισκοπικά
Γενικήπερισκοπικώνπερισκοπικώνπερισκοπικών
Αιτιατικήπερισκοπικούςπερισκοπικέςπερισκοπικά
Κλητικήπερισκοπικοίπερισκοπικέςπερισκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →