περισκοπώ
•
- λόγιοκοιτάζω τριγύρω, παρατηρώ και εξετάζω τι υπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περισκοπώ < αρχαία ελληνική περισκοπέω / περισκοπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περισκοπώ | περισκοπείς | περισκοπεί | περισκοπούμε | περισκοπείτε | περισκοπούν / περισκοπούνε |
| Παρατατικός | περισκοπούσα | περισκοπούσες | περισκοπούσε | περισκοπούσαμε | περισκοπούσατε | περισκοπούσαν / περισκοπούσανε |
| Αόριστος | περισκόπησα | περισκόπησες | περισκόπησε | περισκοπήσαμε | περισκοπήσατε | περισκοπήσαν / περισκοπήσανε / περισκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα περισκοπήσω / θα περισκοπώ | θα περισκοπήσεις / θα περισκοπείς | θα περισκοπήσει / θα περισκοπεί | θα περισκοπήσουμε / θα περισκοπούμε | θα περισκοπήσετε / θα περισκοπείτε | θα περισκοπήσουν / θα περισκοπήσουνε / θα περισκοπούν / θα περισκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω περισκοπήσει | έχεις περισκοπήσει | έχει περισκοπήσει | έχουμε περισκοπήσει | έχετε περισκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περισκοπήσει | είχες περισκοπήσει | είχε περισκοπήσει | είχαμε περισκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περισκοπήσει / να περισκοπήσω / να περισκοπώ | να έχεις περισκοπήσει / να περισκοπήσεις / να περισκοπείς | να έχει περισκοπήσει / να περισκοπήσει / να περισκοπεί | να έχουμε περισκοπήσει / να περισκοπήσουμε / να περισκοπούμε | να έχετε περισκοπήσει / να περισκοπήσετε / να περισκοπείτε | να περισκοπήσουν / να περισκοπήσουνε / να περισκοπούν / να περισκοπούνε |
| Προστακτική | — | περισκόπει / περισκόπησε | — | — | περισκοπήστε / περισκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →