περισπούδαστος
•
- λόγιοπου έχει γίνει κατόπιν μελέτης ενός θέματος κι εμβάθυνσης σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ειρωνικόσπουδαιοφανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περισπούδαστος < αρχαία ελληνική περισπούδαστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισπούδαστος | περισπούδαστη | περισπούδαστο |
| Γενική | περισπούδαστου | περισπούδαστης | περισπούδαστου |
| Αιτιατική | περισπούδαστο | περισπούδαστη | περισπούδαστο |
| Κλητική | περισπούδαστε | περισπούδαστη | περισπούδαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περισπούδαστοι | περισπούδαστες | περισπούδαστα |
| Γενική | περισπούδαστων | περισπούδαστων | περισπούδαστων |
| Αιτιατική | περισπούδαστους | περισπούδαστες | περισπούδαστα |
| Κλητική | περισπούδαστοι | περισπούδαστες | περισπούδαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →