Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περισπούδαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει γίνει κατόπιν μελέτης ενός θέματος κι εμβάθυνσης σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόσπουδαιοφανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περισπούδαστος < αρχαία ελληνική περισπούδαστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερισπούδαστοςπερισπούδαστηπερισπούδαστο
Γενικήπερισπούδαστουπερισπούδαστηςπερισπούδαστου
Αιτιατικήπερισπούδαστοπερισπούδαστηπερισπούδαστο
Κλητικήπερισπούδαστεπερισπούδαστηπερισπούδαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερισπούδαστοιπερισπούδαστεςπερισπούδαστα
Γενικήπερισπούδαστωνπερισπούδαστωνπερισπούδαστων
Αιτιατικήπερισπούδαστουςπερισπούδαστεςπερισπούδαστα
Κλητικήπερισπούδαστοιπερισπούδαστεςπερισπούδαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →