περιτομή
•
- ιατρικήη αφαίρεση της ακροβυστίας Βικιλεξικό
- θρησκείατελετή που γίνεται για την περιτομή καθώς και η περιτομή ως θρησκευτική πράξη και πρακτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιτομή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιτομή < αρχαία ελληνική περιτέμνω < περί + τέμνω. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + -τομή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιτομή | περιτομές |
| Γενική | περιτομής | περιτομών |
| Αιτιατική | περιτομή | περιτομές |
| Κλητική | περιτομή | περιτομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →