Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφερής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που φέρει κύκλο, που έχει σχήμα κύκλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφερής < αρχαία ελληνική περιφερής < περιφέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερήςπεριφερήςπεριφερές
Γενικήπεριφερούςπεριφερούςπεριφερούς
Αιτιατικήπεριφερήπεριφερήπεριφερές
Κλητικήπεριφερή / περιφερήςπεριφερήςπεριφερές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερείςπεριφερείςπεριφερή
Γενικήπεριφερώνπεριφερώνπεριφερών
Αιτιατικήπεριφερείςπεριφερείςπεριφερή
Κλητικήπεριφερείςπεριφερείςπεριφερή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →