Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυκλικός

/ci.kliˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχήμα κύκλου Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: κύκλιος
  2. που χαρακτηρίζεται από εναλλαγή μερικών στοιχείων μεταξύ τους (κύκλο) Βικιλεξικό
    • η κυκλική εναλλαγή των εποχών
  3. χημείαγια ένωση της οποίας το μόριο έχει έναν δακτύλιο Βικιλεξικό
    • Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκείου) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμένο), Ινστιτούτο τεχνολογίας υπολογιστών και εκδόσεων «Διόφαντος», ebooks.edu.gr, ανακτήθηκε στις 10/1/2026 https://old.ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B132/770/5034,23006/)
  4. μαθηματικάαριθμός με επαναλαμβανόμενα ψηφία σε αλληλουχία (κυκλικό ψηφίο ή ψηφία) Βικιλεξικό
    • 0,3333333333..... με κυκλικό ψηφίο τον αριθμό 3
    • 1,25252525252525...... με κυκλικά ψηφία τον αριθμό 25

Ετυμολογία

κυκλικός < αρχαία ελληνική κυκλικός < κύκλος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cyclique & (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική cyclic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλικόςκυκλικήκυκλικό
Γενικήκυκλικούκυκλικήςκυκλικού
Αιτιατικήκυκλικόκυκλικήκυκλικό
Κλητικήκυκλικέκυκλικήκυκλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκυκλικοίκυκλικέςκυκλικά
Γενικήκυκλικώνκυκλικώνκυκλικών
Αιτιατικήκυκλικούςκυκλικέςκυκλικά
Κλητικήκυκλικοίκυκλικέςκυκλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →