Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταχτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου «πετά», που προεξέχει Βικιλεξικό
  2. προφορικόβιαστικός Βικιλεξικό
  3. προφορικόζωηρός Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοπεταχτό: (αρχιτεκτονική) το κονίαμα που απλώνεται με πεταχτό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεταχτός < πετώ + -τός ή μεσαιωνική ελληνική πεταχτός < ελληνιστική κοινή πετάω / πετῶ < αρχαία ελληνική πέτομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταχτόςπεταχτήπεταχτό
Γενικήπεταχτούπεταχτήςπεταχτού
Αιτιατικήπεταχτόπεταχτήπεταχτό
Κλητικήπεταχτέπεταχτήπεταχτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταχτοίπεταχτέςπεταχτά
Γενικήπεταχτώνπεταχτώνπεταχτών
Αιτιατικήπεταχτούςπεταχτέςπεταχτά
Κλητικήπεταχτοίπεταχτέςπεταχτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →