πετροδολάριο
•
- οικονομίαδολάριο που προέρχεται από την πώληση πετρελαίου κάποια πετρελαιοπαραγωγού χώρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετροδολάριο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) αγγλική petrodollar < petroleum < (αρχαία ελληνική πέτρα + λατινική oleum < αρχαία ελληνική ἔλαιον) + dollar (< ολλανδική daler / daalder < γερμανική Taler / Thaler < Sankt Joachimsthaler : από την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ < Joachim + -s- + Tal + -er < παλαιά άνω γερμανική tal < πρωτογερμανική *dalą)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πετροδολάριο | πετροδολάρια |
| Γενική | πετροδολάριου / πετροδολαρίου | πετροδολαρίων |
| Αιτιατική | πετροδολάριο | πετροδολάρια |
| Κλητική | πετροδολάριο | πετροδολάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →