πηγαίος
•
- κυριολεκτικάπου πηγάζει ή προέρχεται από πηγή Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυθεντικός, αυθόρμητος, αβίαστος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαίος < αρχαία ελληνική πηγαῖος < πηγή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαίος | πηγαία | πηγαίο |
| Γενική | πηγαίου | πηγαίας | πηγαίου |
| Αιτιατική | πηγαίο | πηγαία | πηγαίο |
| Κλητική | πηγαίε | πηγαία | πηγαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαίοι | πηγαίες | πηγαία |
| Γενική | πηγαίων | πηγαίων | πηγαίων |
| Αιτιατική | πηγαίους | πηγαίες | πηγαία |
| Κλητική | πηγαίοι | πηγαίες | πηγαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →