πηγαίνω
•
- κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω Βικιλεξικό
- πηγαίνω στην Αθήνα
- πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι Βικιλεξικό
- είναι ώρα να πηγαίνουμε
- πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα Βικιλεξικό
- πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο
- θα πάω μετά να τους μιλήσω
- παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ Βικιλεξικό
- πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά
- μεταφέρω, οδηγώ ή συνοδεύω κάποιον ή κάτι κάπου Βικιλεξικό
- Τρία άτομα πηγαίνουν το κοπάδι τους στον βοσκότοπο.
- ταιριάζω Βικιλεξικό
- αυτό το ρούχο σου πηγαίνει
- το κόκκινο κρασί δεν πάει με τα θαλασσινά
Ετυμολογία
πηγαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγαίνω και ὑπαγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω < ὑπό + ἄγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πάω / πηγαίνω | πήγαινε / πας / πηγαίνεις | πάει / πηγαίνει | πάμε / πηγαίνομε / πηγαίνουμε | πάτε / πηγαίνετε | πάν / πάνε / πηγαίνουν / πηγαίνουνε |
| Παρατατικός | πήγαινα | πήγαινες | πήγαινε | πηγαίναμε | πηγαίνατε | πήγαιναν |
| Αόριστος | πάω / πήγα | πάνε / πήγες / πας | πάει / πήγε | πάμε / πήγαμε | πάτε / πήγατε | πάν / πάνε / πήγαν(ε} |
| Μέλλοντας | θα πάω / θα πηγαίνω | θα πας / θα πηγαίνεις | θα πάει / θα πηγαίνει | θα πάμε / θα πηγαίνομε / θα πηγαίνουμε | θα πάτε / θα πηγαίνετε | θα πάν / θα πάνε / θα πηγαίνουν / θα πηγαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω πάει | έχεις πάει | έχει πάει | έχομε πάει / έχουμε πάει | έχετε πάει | έχουν πάει / έχουνε πάει |
| Υπερσυντέλικος | είχα πάει | είχες πάει | είχε πάει | είχαμε πάει | είχατε πάει | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →