Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πήξη ή το πήξιμο, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηκτικός < ελληνιστική κοινή πηκτικός < αρχαία ελληνική πηκτός < πήγνυμι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική coagulant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηκτικόςπηκτικήπηκτικό
Γενικήπηκτικούπηκτικήςπηκτικού
Αιτιατικήπηκτικόπηκτικήπηκτικό
Κλητικήπηκτικέπηκτικήπηκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηκτικοίπηκτικέςπηκτικά
Γενικήπηκτικώνπηκτικώνπηκτικών
Αιτιατικήπηκτικούςπηκτικέςπηκτικά
Κλητικήπηκτικοίπηκτικέςπηκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →