Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηνίο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ηλεκτρολογίαηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο Βικιλεξικό
    • Είναι επιστημονικά ορθότερο να αναφέρουμε ότι, καθώς στρέφεται ο μαγνήτης μιας ηλεκτρογεννήτριας, στο πηνίο της εμφανίζεται ηλεκτρική τάση και όχι ηλεκτρικό ρεύμα (Βασίλης Γρηγορίου, Νάντια Παπαγεωργίου, Κατακτώ την κορυφή - Φυσική Α΄ Γυμνασίου, εκδ. Πατάκης, 2018, σελ. 173)

Ετυμολογία

πηνίο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηνίον (αδράχτι) < υποκοριστικό του πήνη (μίτος, μασούρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηνίοπηνία
Γενικήπηνίουπηνίων
Αιτιατικήπηνίοπηνία
Κλητικήπηνίοπηνία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →