σπείρα
•
- καμπύλη που γράφει ένα σημείο ενώ περιστρέφεται και απομακρύνεται, προς μία κατεύθυνση, από κάποιο σταθερό σημείο Βικιλεξικό
- μία πλήρης περιστροφή αυτής της καμπύλης Βικιλεξικό
- αυτή η βίδα έχει μόνο δέκα σπείρες
- μεταφορικάομάδα παρανόμων, συμμορία Βικιλεξικό
- συνελήφθη ο αρχηγός της σπείρας λαθρεμπόρων
Ετυμολογία
σπείρα < αρχαία ελληνική σπεῖρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper- (συστρέφω, γυρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπείρα | σπείρες |
| Γενική | σπείρας | σπειρών |
| Αιτιατική | σπείρα | σπείρες |
| Κλητική | σπείρα | σπείρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →