πιάτο
•
- κουζινικάσκεύος στο οποίο σερβίρουμε φαγητό, γλυκό ή φρούτα Βικιλεξικό
- βαθύ πιάτο, ρηχό πιάτο, σερβίτσιο πιάτων
- Κοσμηματοπωλεία, παλαιοπωλεία, υφασματοπωλεία, μαγαζιά που πουλούσαν πολύχρωμες μαντίλες, άλλα με δερμάτινα ρούχα και τζιν, με διακοσμητικά πήλινα πιάτα τοίχου, με πλεχτές τσάντες, χριστιανικές εικόνες, γκραβούρες με τοπία της Πόλης, τάβλια, πολύχρωμες λάμπες, πολυελαίους και φανάρια· υπήρχαν και καφενεία, ζαχαροπλαστεία με μπακλαβαδάκια, τουλούμπες, σεκέρ παρέ, κανταΐφια, κόκκους καφέ και λουκούμια με ροδέλαιο. Όλα τα καλά του κόσμου.
- κατ’ επέκτασηη ποσότητα τροφής που χωράει σε αυτό Βικιλεξικό
- Έφαγε δύο πιάτα μακαρόνια.
- συνεκδοχικάτο κάθε φαγητό που σερβίρεται στο τραπέζι Βικιλεξικό
- πρώτο / δεύτερο / τρίτο πιάτο
- Δημιουργήσαμε καινούριο πιάτο για χορτοφάγους.
- μεταφορικάαντικείμενο που μοιάζει ή θυμίζει πιάτο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντικείμενο που μοιάζει ή θυμίζει πιάτο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντικείμενο που μοιάζει ή θυμίζει πιάτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική piatto < λατινική platus < αρχαία ελληνική πλατύς (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιάτο | πιάτα |
| Γενική | πιάτου | πιάτων |
| Αιτιατική | πιάτο | πιάτα |
| Κλητική | πιάτο | πιάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →