πιθηκίζω
•
- αμετάβατομιμούμαι κάποιον ή κάτι κατά τρόπο άκριτο και αδέξιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιθηκίζω < αρχαία ελληνική πιθηκίζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική singer )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιθηκίζω | πιθηκίζεις | πιθηκίζει | πιθηκίζουμε | πιθηκίζετε | πιθηκίζουν / πιθηκίζουνε |
| Παρατατικός | πιθήκιζα | πιθήκιζες | πιθήκιζε | πιθηκίζαμε | πιθηκίζατε | πιθήκιζαν / πιθηκίζαν / πιθηκίζανε |
| Αόριστος | πιθήκισα | πιθήκισες | πιθήκισε | πιθηκίσαμε | πιθηκίσατε | πιθήκισαν / πιθηκίσαν / πιθηκίσανε |
| Μέλλοντας | θα πιθηκίζω / θα πιθηκίσω | θα πιθηκίζεις / θα πιθηκίσεις | θα πιθηκίζει / θα πιθηκίσει | θα πιθηκίζουμε / θα πιθηκίσουμε | θα πιθηκίζετε / θα πιθηκίσετε | θα πιθηκίζουν / θα πιθηκίζουνε / θα πιθηκίσουν / θα πιθηκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιθηκίσει | έχεις πιθηκίσει | έχει πιθηκίσει | έχουμε πιθηκίσει | έχετε πιθηκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιθηκίσει | είχες πιθηκίσει | είχε πιθηκίσει | είχαμε πιθηκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιθηκίσει / να πιθηκίζω / να πιθηκίσω | να έχεις πιθηκίσει / να πιθηκίζεις / να πιθηκίσεις | να έχει πιθηκίσει / να πιθηκίζει / να πιθηκίσει | να έχουμε πιθηκίσει / να πιθηκίζουμε / να πιθηκίσουμε | να έχετε πιθηκίσει / να πιθηκίζετε / να πιθηκίσετε | να πιθηκίζουν / να πιθηκίζουνε / να πιθηκίσουν / να πιθηκίσουνε |
| Προστακτική | — | πιθήκιζε / πιθήκισε | — | — | πιθηκίζετε / πιθηκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →