πιλάφι
•
- φαγητάμαγειρεμένο ρύζι Βικιλεξικό
- στρατιωτική αργκόυπαξιωματικός (μόνιμος) του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού Βικιλεξικό
- βλέπω στον ύπνο μου ελάφια, απολύομαι πιλάφια
Ετυμολογία
πιλάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پلاو (τουρκική γλώσσα pilav) + -ι < περσική پلاو (pelâv) < χίντι पुलाव (pulāv) < σανσκριτική पुलाक (pulāka)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλάφι | πιλάφια |
| Γενική | πιλαφιού | πιλαφιών |
| Αιτιατική | πιλάφι | πιλάφια |
| Κλητική | πιλάφι | πιλάφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →