πιλοτίνα
•
- ναυτικός όροςη πλοηγίδα, το πλοιάριο που μεταφέρει πλοηγό, ή καθοδηγεί πλοία σε όρμους και λιμενικές εγκαταστάσεις Βικιλεξικό
- Μα κάποια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα | ξάφνω, σαν ξεπροβόδισε το Steamer Tank «Fjord Folden» | όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν…
Ετυμολογία
πιλοτίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pilotina
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιλοτίνα | πιλοτίνες |
| Γενική | πιλοτίνας | πιλοτινών |
| Αιτιατική | πιλοτίνα | πιλοτίνες |
| Κλητική | πιλοτίνα | πιλοτίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →