πλοηγίδα
•
- ναυτικός όροςταχύπλοο πλοιάριο που μεταφέρει τον πλοηγό (ή «πιλότο») προς (και από) τα πλοία, ώστε να τα καθοδηγήσει στην είσοδο ή έξοδο λιμανιών, σε διέλευση ποταμών, διωρύγων κ.λπ. Βικιλεξικό
- βοηθητικό σκάφος για την εξυπηρέτηση φορτηγών και επιβατηγών πλοίων, με το οποίο μετακινείται από και προς το πλοίο ο πλοηγός
Ετυμολογία
πλοηγίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πλοηγίς: μαρτυρείται από το 1858, «πλοηγικόν πλοῖον, πλοηγίς, ἡ πιλοτιέρα» στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν ως μετάφραση για τη γαλλική bateau-pilote και την αγγλική pilot-boat (πλοιάριο που εκτελούσε μεταφορές προς μεγαλύτερα πλοία) < πλοηγ(ός) + -ίς > -ίδα, μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική πιλοτίνα < ιταλική pilotina
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλοηγίδα | πλοηγίδες |
| Γενική | πλοηγίδας | πλοηγίδων |
| Αιτιατική | πλοηγίδα | πλοηγίδες |
| Κλητική | πλοηγίδα | πλοηγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →