Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιπεράτος

/pi.peˈɾa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τη γεύση του πιπεριού Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου χαρακτηρίζεται από καυστικότητα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου είναι προκλητικά τολμηρός, χωρίς να γίνεται ακραίος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιπεράτος < πιπέρι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιπεράτοςπιπεράτηπιπεράτο
Γενικήπιπεράτουπιπεράτηςπιπεράτου
Αιτιατικήπιπεράτοπιπεράτηπιπεράτο
Κλητικήπιπεράτεπιπεράτηπιπεράτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιπεράτοιπιπεράτεςπιπεράτα
Γενικήπιπεράτωνπιπεράτωνπιπεράτων
Αιτιατικήπιπεράτουςπιπεράτεςπιπεράτα
Κλητικήπιπεράτοιπιπεράτεςπιπεράτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →