Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πισινός

/pi.siˈnos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τα οπίσθια, το τμήμα του σώματος ανθρώπων και ζώων που βρίσκεται στο πίσω μέρος της λεκάνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πισινός < *οπισινός < οπίσ(ω) + -ινός με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος [o] όταν συμπροφέρεται με το άρθρο (/o opisiˈnos/ > /opisiˈnos/ > /o pisiˈnos/) : Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό πισινός, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο στην πληθυντικό πισινά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό πισινή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπισινή / πισινός / πισινόπισινές / πισινοί / πισινά
Γενικήπισινής / πισινού / πισινούπισινών / πισινών / πισινών
Αιτιατικήπισινή / πισινό / πισινόπισινές / πισινούς / πισινά
Κλητικήπισινή / πισινέ / πισινόπισινές / πισινοί / πισινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πισινός

/pi.siˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται ακριβώς από πίσω, ο από πίσω Βικιλεξικό
    • Τα άλογα τινάζουν με δύναμη τα πισινά τους πόδια όταν είναι εκνευρισμένα.
    • […] έχουμε φωνήεντα που είναι μπροστινά, όπως τα [i] και [e], και πισινά, όπως τα [α], [o] και [u].

Ετυμολογία

πισινός < *οπισινός < οπίσ(ω) + -ινός με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος [o] όταν συμπροφέρεται με το άρθρο (/o opisiˈnos/ > /opisiˈnos/ > /o pisiˈnos/) : Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό πισινός, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο στην πληθυντικό πισινά, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό πισινή.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπισινόςπισινήπισινό
Γενικήπισινούπισινήςπισινού
Αιτιατικήπισινόπισινήπισινό
Κλητικήπισινέπισινήπισινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπισινοίπισινέςπισινά
Γενικήπισινώνπισινώνπισινών
Αιτιατικήπισινούςπισινέςπισινά
Κλητικήπισινοίπισινέςπισινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →