πλάσμα
•
- ον, ζωντανός οργανισμός Βικιλεξικό
- Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 https://farostoukosmou.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CF%82/)
- «Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. Τ' όνομα εκεινού θέλω. Εσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πίστομα, Κορφιάτικες ιστορίες, 1899)
- δημιούργημα Βικιλεξικό
- πλάσμα της φαντασίας
- πολύ όμορφη γυναίκα Βικιλεξικό
- βιολογίαυποκίτρινο άμορφο συστατικό του αίματος Βικιλεξικό
- φυσικήκατάσταση της ύλης με φορρισμένα σωματίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάσμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάσμα < πλάσσω :* για το πλάσμα αίματος: λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρlasma < αρχαία ελληνική πλάσμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάσμα | πλάσματα |
| Γενική | πλάσματος | πλασμάτων |
| Αιτιατική | πλάσμα | πλάσματα |
| Κλητική | πλάσμα | πλάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →