Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλήξη

/ˈpli.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να πλήττει κάποιος, να βαριέται Βικιλεξικό
    • Τὰ σκυλιὰ δὲ λογαριάζουν, / ὁ Σηκουάνας πὄχει πνίξει, / δὲ φοβοῦνται, διασκεδάζουν / τὴν εὐγενική τους πλήξη. (Λοράν Ταγιάντ, (μτφ. Κώστας Καρυωτάκης), Βαρκαρόλα)

Ετυμολογία

πλήξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλῆξις < πλήττω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλήξηπλήξεις
Γενικήπλήξηςπλήξεων
Αιτιατικήπλήξηπλήξεις
Κλητικήπλήξηπλήξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →