μονοτονία
•
- η ανιαρή επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, γεγονότων, συμβάντων κ.λπ. Βικιλεξικό
- μουσικήη χρήση ενός τόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτονία < ελληνιστική κοινή μονοτονία ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική monotonie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτονία | μονοτονίες |
| Γενική | μονοτονίας | μονοτονιών |
| Αιτιατική | μονοτονία | μονοτονίες |
| Κλητική | μονοτονία | μονοτονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →