πλακόστρωτος
•
- στρωμένος, καλυμμένος με πλάκες Βικιλεξικό
- ο πλάτανος ήταν στη μέση της πλακόστρωτης πλατείας
- […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.
Ετυμολογία
πλακόστρωτος < πλάκ(α) + -ό- + -στρωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλακόστρωτος | πλακόστρωτη | πλακόστρωτο |
| Γενική | πλακόστρωτου | πλακόστρωτης | πλακόστρωτου |
| Αιτιατική | πλακόστρωτο | πλακόστρωτη | πλακόστρωτο |
| Κλητική | πλακόστρωτε | πλακόστρωτη | πλακόστρωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλακόστρωτοι | πλακόστρωτες | πλακόστρωτα |
| Γενική | πλακόστρωτων | πλακόστρωτων | πλακόστρωτων |
| Αιτιατική | πλακόστρωτους | πλακόστρωτες | πλακόστρωτα |
| Κλητική | πλακόστρωτοι | πλακόστρωτες | πλακόστρωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →