Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλακόστρωτος

/plaˈko.stɾo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρωμένος, καλυμμένος με πλάκες Βικιλεξικό
    • ο πλάτανος ήταν στη μέση της πλακόστρωτης πλατείας
    • […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο άγνωστα έως σήμερα προσκτίσματα στα δυτικά και ανατολικά του κυρίως κτιρίου.

Ετυμολογία

πλακόστρωτος < πλάκ(α) + -ό- + -στρωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακόστρωτοςπλακόστρωτηπλακόστρωτο
Γενικήπλακόστρωτουπλακόστρωτηςπλακόστρωτου
Αιτιατικήπλακόστρωτοπλακόστρωτηπλακόστρωτο
Κλητικήπλακόστρωτεπλακόστρωτηπλακόστρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακόστρωτοιπλακόστρωτεςπλακόστρωτα
Γενικήπλακόστρωτωνπλακόστρωτωνπλακόστρωτων
Αιτιατικήπλακόστρωτουςπλακόστρωτεςπλακόστρωτα
Κλητικήπλακόστρωτοιπλακόστρωτεςπλακόστρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →