πλανιέμαι
•
- περιφέρομαι από τόπο σε τόπο Βικιλεξικό
- για φήμεςδιαδίδομαι Βικιλεξικό
- για κίνδυνοπρόκειται να συμβεί Βικιλεξικό
- πλανιόνται σύννεφα πολέμου
- σχηματίζω λανθασμένη εντύπωση (συχνά στη μορφή: πλανώμαι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλανιέμαι < παθητική φωνή του ρήματος πλανώ < αρχαία ελληνική πλανάω / πλανῶ - μέσο πλανάομαι / πλανῶμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλανιέμαι | πλανιέσαι | πλανιέται | πλανιόμαστε | πλανιέστε | πλανιούνται |
| Παρατατικός | πλανιόμουν / πλανιόμουνα | πλανιόσουν / πλανιόσουνα | πλανιόταν / πλανιότανε | πλανιόμασταν / πλανιόμαστε | πλανιόσασταν / πλανιόσαστε | πλανιούνταν / πλανιόνταν / πλανιόντανε / πλανιόντουσαν |
| Αόριστος | πλανήθηκα | πλανήθηκες | πλανήθηκε | πλανηθήκαμε | πλανηθήκατε | πλανήθηκαν / πλανηθήκαν / πλανηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα πλανηθώ / θα πλανιέμαι | θα πλανηθείς / θα πλανιέσαι | θα πλανηθεί / θα πλανιέται | θα πλανηθούμε / θα πλανιόμαστε | θα πλανηθείτε / θα πλανιέστε | θα πλανηθούν / θα πλανηθούνε / θα πλανιούνται |
| Παρακείμενος | έχω πλανηθεί | έχεις πλανηθεί | έχει πλανηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλανηθεί | είχες πλανηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλανηθεί / να πλανηθώ / να πλανιέμαι | να έχεις πλανηθεί / να πλανηθείς / να πλανιέσαι | να έχει πλανηθεί / να πλανηθεί / να πλανιέται | να πλανηθούμε / να πλανιόμαστε | να πλανηθείτε / να πλανιέστε | να πλανηθούν / να πλανηθούνε / να πλανιούνται |
| Προστακτική | — | πλανήσου | — | — | πλανηθείτε / πλανιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →