πλειστηριάζω
•
- οικονομίαπουλώ σε διαδικασία πλειστηριασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλειστηριάζω < αρχαία ελληνική πλειστηριάζω < πλειστήρης < πλεῖστος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλειστηριάζω | πλειστηριάζεις | πλειστηριάζει | πλειστηριάζουμε | πλειστηριάζετε | πλειστηριάζουν / πλειστηριάζουνε |
| Παρατατικός | πλειστηρίαζα | πλειστηρίαζες | πλειστηρίαζε | πλειστηριάζαμε | πλειστηριάζατε | πλειστηρίαζαν / πλειστηριάζαν / πλειστηριάζανε |
| Αόριστος | πλειστηρίασα | πλειστηρίασες | πλειστηρίασε | πλειστηριάσαμε | πλειστηριάσατε | πλειστηρίασαν / πλειστηριάσαν / πλειστηριάσανε |
| Μέλλοντας | θα πλειστηριάζω / θα πλειστηριάσω | θα πλειστηριάζεις / θα πλειστηριάσεις | θα πλειστηριάζει / θα πλειστηριάσει | θα πλειστηριάζουμε / θα πλειστηριάσουμε | θα πλειστηριάζετε / θα πλειστηριάσετε | θα πλειστηριάζουν / θα πλειστηριάζουνε / θα πλειστηριάσουν / θα πλειστηριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλειστηριάσει | έχεις πλειστηριάσει | έχει πλειστηριάσει | έχουμε πλειστηριάσει | έχετε πλειστηριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλειστηριάσει | είχες πλειστηριάσει | είχε πλειστηριάσει | είχαμε πλειστηριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλειστηριάσει / να πλειστηριάζω / να πλειστηριάσω | να έχεις πλειστηριάσει / να πλειστηριάζεις / να πλειστηριάσεις | να έχει πλειστηριάσει / να πλειστηριάζει / να πλειστηριάσει | να έχουμε πλειστηριάσει / να πλειστηριάζουμε / να πλειστηριάσουμε | να έχετε πλειστηριάσει / να πλειστηριάζετε / να πλειστηριάσετε | να πλειστηριάζουν / να πλειστηριάζουνε / να πλειστηριάσουν / να πλειστηριάσουνε |
| Προστακτική | — | πλειστηρίαζε / πλειστηρίασε | — | — | πλειστηριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πλειστηριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →