Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πληκτρολογώ

ρήμα
•
  1. νεολογισμόςχρησιμοποιώ το πληκτρολόγιο (ηλεκτρονικής) συσκευής, για να γράψω, να εισάγω, να αναπαράγω κείμενο ή άλλα στοιχεία, πατώντας τα πλήκτρα Βικιλεξικό
    • πληκτρολογώ κείμενο στον υπολογιστή
    • πληκτρολογώ έναν αριθμό τηλεφώνου
    • Παρακαλώ, πληκτρολογήστε τον κωδικό σας! Μην πληκτρολογείτε γρήγορα! Προσοχή!

Ετυμολογία

πληκτρολογώ < πλήκτρ(ο) + -ο- + -λογώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπληκτρολογώπληκτρολογείςπληκτρολογείπληκτρολογούμεπληκτρολογείτεπληκτρολογούν / πληκτρολογούνε
Παρατατικόςπληκτρολογούσαπληκτρολογούσεςπληκτρολογούσεπληκτρολογούσαμεπληκτρολογούσατεπληκτρολογούσαν / πληκτρολογούσανε
Αόριστοςπληκτρολόγησαπληκτρολόγησεςπληκτρολόγησεπληκτρολογήσαμεπληκτρολογήσατεπληκτρολογήσαν / πληκτρολογήσανε / πληκτρολόγησαν
Μέλλονταςθα πληκτρολογήσω / θα πληκτρολογώθα πληκτρολογήσεις / θα πληκτρολογείςθα πληκτρολογήσει / θα πληκτρολογείθα πληκτρολογήσουμε / θα πληκτρολογούμεθα πληκτρολογήσετε / θα πληκτρολογείτεθα πληκτρολογήσουν / θα πληκτρολογήσουνε / θα πληκτρολογούν / θα πληκτρολογούνε
Παρακείμενοςέχω πληκτρολογήσειέχεις πληκτρολογήσειέχει πληκτρολογήσειέχουμε πληκτρολογήσειέχετε πληκτρολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πληκτρολογήσειείχες πληκτρολογήσειείχε πληκτρολογήσειείχαμε πληκτρολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω πληκτρολογήσει / να πληκτρολογήσω / να πληκτρολογώνα έχεις πληκτρολογήσει / να πληκτρολογήσεις / να πληκτρολογείςνα έχει πληκτρολογήσει / να πληκτρολογήσει / να πληκτρολογείνα έχουμε πληκτρολογήσει / να πληκτρολογήσουμε / να πληκτρολογούμενα έχετε πληκτρολογήσει / να πληκτρολογήσετε / να πληκτρολογείτενα πληκτρολογήσουν / να πληκτρολογήσουνε / να πληκτρολογούν / να πληκτρολογούνε
Προστακτική—πληκτρολόγησε——πληκτρολογήστε / πληκτρολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πληκτρολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →