πληροφορικάριος
•
- νεολογισμόςόρος που περιγράφει και χαρακτηρίζει τους επιστήμονες ή ειδικούς της πληροφορικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πληροφορικάριος < πληροφορικ(ή) + -άριος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληροφορικάριος | πληροφορικάριοι |
| Γενική | πληροφορικάριου | πληροφορικάριων |
| Αιτιατική | πληροφορικάριο | πληροφορικάριους |
| Κλητική | πληροφορικάριε | πληροφορικάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →