πληροφορικός
•
- επάγγελμαο επιστήμονας Πληροφορικής και εν γένει ειδικός στους τομείς της πληροφορικής Βικιλεξικό
- Δίωξη σε πληροφορικό για την πώληση στοιχείων πελατών τράπεζας: Οι ελβετικές αρχές απήγγειλαν κατηγορίες σε βάρος ενός Γερμανού πληροφορικού για την πώληση στοιχείων πελατών της ιδιωτικής τράπεζας (...) στις γερμανικές φορολογικές αρχές, όπως δήλωσαν πηγές της εισαγγελίας. (*)
Ετυμολογία
πληροφορικός < πληροφορική + -ικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πληροφορική / πληροφορικός / πληροφορικό | πληροφορικές / πληροφορικοί / πληροφορικά |
| Γενική | πληροφορικής / πληροφορικού / πληροφορικού | πληροφορικών / πληροφορικών / πληροφορικών |
| Αιτιατική | πληροφορική / πληροφορικό / πληροφορικό | πληροφορικές / πληροφορικούς / πληροφορικά |
| Κλητική | πληροφορική / πληροφορικέ / πληροφορικό | πληροφορικές / πληροφορικοί / πληροφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →