πλούτος
•
- η μεγάλη συγκέντρωση υλικών αγαθών, περιουσία Βικιλεξικό
- Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
- ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)
- κατ’ επέκτασηη αφθονία κάποιου πράγματος, μεγάλη ποσότητα Βικιλεξικό
- παρωχημένη σημασίατο σύνολο πνευματικών αγαθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλούτος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ὁ πλοῦτος # το πλούτος, τα πλούτη < (ελληνιστική κοινή) (ουδέτερο) < αρχαία ελληνική πλοῦτος (αρσενικό)
Άλλοι τύποι
πλούτεπλούτηπλούτιαπλούτοπλούτου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →