πνεύμονας
•
- το καθένα από τα δύο εσωτερικά όργανα της αναπνοής που βρίσκονται στο στήθος των σπονδυλόζωων Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλη έκταση με πράσινο (πάρκο, άλσος κ.λπ.) Βικιλεξικό
- θα φτιαχτούν νέοι πνεύμονες πρασίνου στην πόλη
Ετυμολογία
πνεύμονας < αρχαία ελληνική πνεύμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πνεύμονας | πνεύμονες |
| Γενική | πνεύμονα | πνευμόνων |
| Αιτιατική | πνεύμονα | πνεύμονες |
| Κλητική | πνεύμονα | πνεύμονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →