ποινικολογία
•
- νομικός όροςκλάδος της νομικής επιστήμης που ασχολείται με το ποινικό δίκαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποινικολογία (μαρτυρείται από το 1891) < ποινικ(ός) + -ο- + -λογία (λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική penology ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pénologie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ποινικολογία | ποινικολογίες |
| Γενική | ποινικολογίας | ποινικολογιών |
| Αιτιατική | ποινικολογία | ποινικολογίες |
| Κλητική | ποινικολογία | ποινικολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →