Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολέμιος

/poˈle.mi.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που αντιτίθεται σε κάτι Βικιλεξικό
    • Ο Γαβριηλίδης υπήρξε σφοδρός πολέμιος των παλαιών κομμάτων και αγωνίστηκε μέσω της Ακροπόλεως για την επικράτηση του κινήματος το 1909. Επιφυλακτικός στην αρχή απέναντι του Βενιζέλου, ξεκίνησε σταδιακά την υποστήριξή του, παρόλους τους φόβους που εξέφραζε για μεσσιολατρεία της ελληνικής κοινωνίας.
    • Υπάρχει μια φράση του Θουκυδίδη - κόκκινο πανί για τους απανταχού βολεψιματίες της ήσσονος προσπάθειας, τους πολέμιους της εντατικοποίησης και τους αλλεργικούς στην αριστείας. (Γιώργος Ι. Κωστούλας, Η Μεσαία Τάξη: Μεταξύ των άλλων και μια αυτοδίδακτη παιδαγωγός, 15/9/2025 https://www.capital.gr/me-apopsi/3943497/3943497-i-mesaia-taxi-metaxu-ton-allon-kai-mia-autodidakti-paidagogos/)

Ετυμολογία

πολέμιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολέμιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπολέμιοςπολέμιοι
Γενικήπολέμιου / πολεμίουπολέμιων / πολεμίων
Αιτιατικήπολέμιοπολέμιους / πολεμίους
Κλητικήπολέμιεπολέμιοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →