Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

Φιλικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μέλος της Φιλικής Εταιρείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
ΟνομαστικήΦιλικόςΦιλικοί
ΓενικήΦιλικούΦιλικών
ΑιτιατικήΦιλικόΦιλικούς
ΚλητικήΦιλικέΦιλικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δείχνει θετική διάθεση, φιλικότητα Βικιλεξικό
    • Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
  2. σε αντιδιαστολή προς το εχθρικός Βικιλεξικό
    • -Τσακωθήκατε άσχημα; -Όχι, δείξαμε και οι δύο αυτοσυγκράτηση και κάναμε μια φιλική συζήτηση
  3. σε αντιδιαστολή προς το ερωτικός Βικιλεξικό
    • Ήταν ένα αθώο, φιλικό φιλί -μας παρεξήγησες
  4. αθλητισμόςστο ποδόσφαιρο, ο αγώνας που δεν εντάσσεται σε κάποια επίσημη διοργάνωση Βικιλεξικό
  5. ιστορίαμέλος της Φιλικής Εταιρείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλικός < αρχαία ελληνική φιλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλικόςφιλικήφιλικό
Γενικήφιλικούφιλικήςφιλικού
Αιτιατικήφιλικόφιλικήφιλικό
Κλητικήφιλικέφιλικήφιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλικοίφιλικέςφιλικά
Γενικήφιλικώνφιλικώνφιλικών
Αιτιατικήφιλικούςφιλικέςφιλικά
Κλητικήφιλικοίφιλικέςφιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →