πολιτικοποιώ
•
- πολιτικήωθώ κάποιον να ασχοληθεί με την πολιτική ή να αποκτήσει πολιτική συνείδηση Βικιλεξικό
- δίνω σε ένα ζήτημα πολιτικές διαστάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτικοποιώ < πολιτική + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πολιτικοποιώ | πολιτικοποιείς | πολιτικοποιεί | πολιτικοποιούμε | πολιτικοποιείτε | πολιτικοποιούν / πολιτικοποιούνε |
| Παρατατικός | πολιτικοποιούσα | πολιτικοποιούσες | πολιτικοποιούσε | πολιτικοποιούσαμε | πολιτικοποιούσατε | πολιτικοποιούσαν / πολιτικοποιούσανε |
| Αόριστος | πολιτικοποίησα | πολιτικοποίησες | πολιτικοποίησε | πολιτικοποιήσαμε | πολιτικοποιήσατε | πολιτικοποίησαν / πολιτικοποιήσαν / πολιτικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα πολιτικοποιήσω / θα πολιτικοποιώ | θα πολιτικοποιήσεις / θα πολιτικοποιείς | θα πολιτικοποιήσει / θα πολιτικοποιεί | θα πολιτικοποιήσουμε / θα πολιτικοποιούμε | θα πολιτικοποιήσετε / θα πολιτικοποιείτε | θα πολιτικοποιήσουν / θα πολιτικοποιήσουνε / θα πολιτικοποιούν / θα πολιτικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω πολιτικοποιήσει | έχεις πολιτικοποιήσει | έχει πολιτικοποιήσει | έχουμε πολιτικοποιήσει | έχετε πολιτικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πολιτικοποιήσει | είχες πολιτικοποιήσει | είχε πολιτικοποιήσει | είχαμε πολιτικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσω / να πολιτικοποιώ | να έχεις πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσεις / να πολιτικοποιείς | να έχει πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιεί | να έχουμε πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσουμε / να πολιτικοποιούμε | να έχετε πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσετε / να πολιτικοποιείτε | να πολιτικοποιήσουν / να πολιτικοποιήσουνε / να πολιτικοποιούν / να πολιτικοποιούνε |
| Προστακτική | — | πολιτικοποίει / πολιτικοποίησε | — | — | πολιτικοποιήστε / πολιτικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →