Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πολιτικοποιώ

ρήμα
•
  1. πολιτικήωθώ κάποιον να ασχοληθεί με την πολιτική ή να αποκτήσει πολιτική συνείδηση Βικιλεξικό
  2. δίνω σε ένα ζήτημα πολιτικές διαστάσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πολιτικοποιώ < πολιτική + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπολιτικοποιώπολιτικοποιείςπολιτικοποιείπολιτικοποιούμεπολιτικοποιείτεπολιτικοποιούν / πολιτικοποιούνε
Παρατατικόςπολιτικοποιούσαπολιτικοποιούσεςπολιτικοποιούσεπολιτικοποιούσαμεπολιτικοποιούσατεπολιτικοποιούσαν / πολιτικοποιούσανε
Αόριστοςπολιτικοποίησαπολιτικοποίησεςπολιτικοποίησεπολιτικοποιήσαμεπολιτικοποιήσατεπολιτικοποίησαν / πολιτικοποιήσαν / πολιτικοποιήσανε
Μέλλονταςθα πολιτικοποιήσω / θα πολιτικοποιώθα πολιτικοποιήσεις / θα πολιτικοποιείςθα πολιτικοποιήσει / θα πολιτικοποιείθα πολιτικοποιήσουμε / θα πολιτικοποιούμεθα πολιτικοποιήσετε / θα πολιτικοποιείτεθα πολιτικοποιήσουν / θα πολιτικοποιήσουνε / θα πολιτικοποιούν / θα πολιτικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω πολιτικοποιήσειέχεις πολιτικοποιήσειέχει πολιτικοποιήσειέχουμε πολιτικοποιήσειέχετε πολιτικοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πολιτικοποιήσειείχες πολιτικοποιήσειείχε πολιτικοποιήσειείχαμε πολιτικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσω / να πολιτικοποιώνα έχεις πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσεις / να πολιτικοποιείςνα έχει πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιείνα έχουμε πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσουμε / να πολιτικοποιούμενα έχετε πολιτικοποιήσει / να πολιτικοποιήσετε / να πολιτικοποιείτενα πολιτικοποιήσουν / να πολιτικοποιήσουνε / να πολιτικοποιούν / να πολιτικοποιούνε
Προστακτική—πολιτικοποίει / πολιτικοποίησε——πολιτικοποιήστε / πολιτικοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →